AgiografikaAnagnosmata

Anakoinoseis

diahoristiko20
Top ploigisi
bottom ploigisi

Sevasmiotatos

bottom Eortologio

Dimiourgies

diahoristiko20

pic17             «Χαῖρε, τό στέφος τῆς ἐγκρατείας»

5ἶναι μεγάλη ἡ εὐλογία γιατί ἀξιωθήκαμε καί ἀπόψε νά ἀπολαύσουμε τό μοναδικό αὐτό Ὕμνο, τόν ὡραιότερο Ὕμνο, πού εὐφραίνει, συγκλονίζει καί γεμίζει τίς ψυχές μας.
Ὅλοι οἱ λαοί ἔχουν ὕμνους καί ἄσματα, μέ τά ὁποῖα ἐκφράζουν τίς ἰδέες καί τά συναισθήματά τους. Ἀλλά ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος δέν συγκρίνεται μέ κανένα ἄλλο ὕμνο στόν κόσμο, γι’ αὐτό καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες εἶναι κατάμεστες τώρα τίς Παρασκευές τῶν Χαιρετισμῶν.
Ἀκούσαμε, λοιπόν, τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ νά ἀπευθύνει πρός τήν Θεοτόκο ἕναν ἀπό τούς 144 χαιρετισμούς:
«Χαῖρε, τό στέφος τῆς ἐγκρατείας». Εἶναι τρεῖς λέξεις, ἀλλά ἡ κάθε μιά ἕνας ὁλόκληρος κόσμος νοημάτων.

Τό χαῖρε, τό στέφος καί ἡ ἐγκράτεια. Τρία λαμπερά κοσμήματα τῆς Παναγίας.
Ἄς πάρουμε τό πρῶτο, τό χαῖρε: Εἶναι ὁ ὡραιότερος χαιρετισμός, πού ἔχει ἡ ἑλληνική γλῶσσα. Κι ὅμως σπάνια χρησιμοποιοῦμε τόν χαιρετισμό αὐτό. Συνήθως χρησιμοποιοῦμε τό καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα καί γειά σου.
Τί τό ὡραιότερο νά εὐχόμαστε στόν ἄλλο νά ἔχει χαρά, νά εἶναι πάντα χαρούμενος! Ὁ ἄνθρωπος αὐτό ζητάει, γιατί αὐτό τοῦ λείπει. Τόν πλακώνει τό ἄγχος καί ἡ θλιψη. Θέλει λίγη χαρά. Ὅπως τό λέμε τό ὁλόγλυκο αὐτό «Χαῖρε» στήν Παναγία, νά τό λέμε καί στούς συνανθρώπους μας.
Βέβαια, πρέπει νά ὁμολογήσουμε, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού χαίρονται γιά καλά πράγματα, ἀλλά ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού χαίρονται γιά ἄσχημα πράγματα. Κάνει τό καλό ὁ καλοκάγαθος καί χαίρεται σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Κάνει τό κακό ὁ διεστραμμένος καί χαίρεται. Δέν χαίρεται «μετά χαιρόντων», ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά χαίρεται στή δυστυχία τοῦ συνανθρώπου του, γιατί εἶναι χαιρέκακος καί ἐμπαθής. Δέν ἀγαπᾶ τό γείτονά του, δέν τόν χωνεύει, τόν βλέπει νά ὑποφέρει καί εὐχαριστιέται. Καλά νά πάθει, τόν ἀκοῦμε νά λέει.
Ὑπάρχει, λοιπόν, ἡ χαρά τοῦ διεστραμμένου καί ὑπάρχει ἡ χαρά τοῦ καλλιεργημένου, τοῦ θεοφοβούμενου ἀνθρώπου, πού χαίρεται στήν πρόοδο τῶν ἄλλων, πού χαίρεται νά κάνει τό καλό, πού χαίρεται νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει ὅμως καί ἡ χαρά τῶν Ἀγγέλων, πού χαίρονται ὅταν οἱ προστατευόμενοί τους ἄνθρωποι μετανοοῦν καί κάνουν τό καλό.
Ἡ δεύτερη λέξη πού θά ἑρμηνεύσουμε εἶναι τό «στέφος» τό στεφάνι.
Ἀπευθύνεται ὁ ποιητής, μέ τό στόμα τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ, πρός τήν Παναγία καί τῆς λέει: «Νά χαίρεσαι, γιατί εἶναι τό στεφάνι τῆς ἐγκρατείας». Ὅταν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες λέμε τό «στέφος», κυρίως σέ δυό στεφάνια πηγαίνει ὁ νοῦς μας. Τό ἕνα εἶναι τό δάφνινο στεφάνι πού ἔδιναν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας στούς ἀθλητές καί στούς Ὀλυμπιονίκες. Τώρα βέβαια παίρνουν μετάλλια, χρυσό, ἀργυρό καί χάλκινο.
Ἔπαιρναν τό στεφάνι οἱ ἀθλητές, γιατί ἀγωνίζονταν, κοπίαζαν καί κατέβαλαν κάθε φιλότιμη προσπάθεια γιά νά νικήσουν. Και τό στεφάνι αὐτό τό φύλαγαν μέ εὐλάβεια καί καμάρι, κι ὅταν πέθαιναν τούς τό ἔβαζαν μαζί τους στόν τάφο.
Τό δεύτερο στεφάνι, πού θυμόμαστε, εἶναι τό στεφάνι τοῦ γάμου. Πόσο ὡραῖοι εἶναι ὁ γαμπρός και ἡ νύφη μέ τά ἄσπρα στεφάνια στά κεφάλια τους! Στά παλιά χρόνια τά στεφάνια τοῦ γάμου τά ἔβαζαν στό Εἰκονοστάσι καί τά τιμοῦσαν σάν κάτι τό πολύ ἱερό.
Ξέρετε γιατί ἡ Ἐκκλησία μας ὅρισε νά στεφανώνουμε τούς νεόνυμφους; Καί γιατί λέει «Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, δόξῃ καί τιμῇ στεφάνωσον αὐτούς;». Διότι, ἐννοεῖται ὅτι οἱ μελλόνυμφοι ἔκαναν ἀγῶνα ἐγκρατείας, καί ἔφθασαν στόν γάμο ἁγνοί καί τίμιοι. Ναί, τήν ἁγνότητα καί τήν ἐγκράτεια συμβολίζουν τά λευκά στεφάνια καί τά λευκά φορέματα. Νικητές καί ὄχι ἡττημένοι οἱ μελλόνυμφοι.Ὄχι σάν ἀνδρόγυνο ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς γνωριμίας. Ὄχι ἐκτρώσεις καί ἐγκλήματα καί μετά λευκά φορέματα.
Καί μάλιστα, παλαιότερα ἡ Ἐκκλησία τούς ἔψαλλε καί τόν ὕμνο τῆς Παναγίας, «Τήν ὡραιότητα τῆς παρθενίας σου». Τώρα, ἐκ τῶν πραγμάτων ἡ Ἐκκλησία ἀναγκάστηκε, λόγῳ τῆς διαφθορᾶς τῶν ἀνθρώπων, νά καταργήσει τήν τάξη αὐτή. [Ὑπογραμμίζω τή λέξη «ἔθιμο» γιά νά ἀπευθυνθῶ στόν συνταξιοῦχο ἐκεῖνο ἐκπαιδευτικό πού ἀγωνίζεται γιά τά ἤθη καί ἔθιμα τῆς Ἐπανομῆς. Ἄν εἶναι χριστιανός νά ἀγωνισθεῖ γιά τήν ἐπαναφορά ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἐθίμων καί ὄχι νά προσπαθεῖ νά μᾶς κάνει εἰδωλολάτρες. Ἄς θυμηθεῖ τί ἔπαθε ὁ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης].
Καί ἕνα τρίτο στεφάνι πού ἔρχεται στό νοῦ μας, ὅταν λέμε τή λέξη «στέφος», εἶναι τό στεφάνι ἐκεῖνο, πού δέν θά τό ἀποφύγει κανένας. Ἐκεῖνο πού θά βάλουν πάνω στόν τάφο μας. Τώρα μάλιστα βάζουν πολλά καί πανάκριβα στεφάνια, ὅμως οἱ νεκροί δέν καταλαβαίνουν τί γίνεται καί μᾶλλον εἶναι μία ματαιοδοξία τῶν συγγενῶν.
Νά πᾶτε νά δεῖτε πῶς εἶναι οἱ κηδεῖες καί οἱ τάφοι στά μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὅλα σεμνά, ἀπέριττα καί ταπεινά. Οὔτε μάρμαρα, οὔτε στεφάνια, οὔτε φέρετρα, καμία πολυτέλεια καί καμία σπατάλη.
Καί ἔρχομαι στήν λέξη, ἐγκράτεια. Ὁ ἱερός ὑμνογράφος ἀποκαλεῖ τήν Παναγία «στεφάνι τῆς ἐγκρατείας», γιατί δέν ὑπάρχει στόν κόσμο ὅλο, ἄλλη ὕπαρξη τόσο ἁγνή καί ἄσπιλη, τόσο μεγαλειώδης. Ἡ ἐγκράτεια ἦταν τό πρῶτο στολίδι τῆς Παναγίας. Σέ ὅλα της ἦταν ἐγκρατής. Στά λόγια, τά ροῦχα, στήν κατοικία, στήν τροφή, σέ ὅλα. Κι ἐμεῖς τί κάνουμε;
Στά χρόνια αὐτά τῆς καλοπέρασης καί τῆς σαρκολατρείας, ὅπου οἱ πολλοί ἔκαναν Θεό τήν κοιλιά καί τήν κατανάλωση, οἱ ἐγκρατεῖς εἶναι ἐλάχιστοι. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος πῆρε τόν κατήφορο ἐπικίνδυνα, γιατί ἔχασε τό χαλινάρι τῆς ἐγκρατείας. Καί καλά οἱ κοσμικοί καί οἱ ἄσχετοι. Ἐμεῖς ὅμως οἱ πιστοί, κληρικοί καί λαϊκοί, ἔχουμε ἐγκράτεια; Ἐννοῶ ὄχι μόνο στό στομάχι, ἀλλά στή γλώσσα, στά μάτια, στά αὐτιά, στή σάρκα, στό λογισμό.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἔδωσε τή γλώσσα γιά νά τήν βουτᾶμε στό φαρμάκι και νά δηλητηριάζουμε τούς ἄλλους. Δέ μᾶς ἔδωσε μάτια γιά νά τά καρφώνουμε στήν τηλεόραση. Οὔτε μᾶς ἔδωσε τά αὐτιά, γιά νά ἀκοῦμε τοῦ κόσμου τά αἰσχρόλογα. Δέν μᾶς ἔδωσε τό μυαλό γιά νά τό κάνουμε σκουπιδότοπο μέ τούς βρωμερούς λογισμούς. Δέν μᾶς ἔδωσε τά πόδια ὁ Θεός, γιά νά τρέχουμε στά καταγώγια τῆς ἁμαρτίας. Οὔτε μᾶς ἔδωσε τά χέρια, γιά νά ἁρπάζουμε, νά ἐγκληματοῦμε καί νά χαρτοπαίζουμε. Δέν μᾶς ἔδωσε τήν καρδιά, γιά νά τήν γεμίζουμε μῖσος. Οὔτε τή σάρκα μας, γιά νά τήν πετάξουμε στό βοῦρκο τῶν λαθῶν.
Καί τό σπουδαιότερο. Ὁ Θεός δέν μᾶς ἔδωσε τήν ψυχή, γιά νά τήν πουλήσουμε στό διάβολο ἐξ αἰτίας κάποιου κέρδους ἤ κάποιας ἡδονῆς.
Μακάριοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, πού ἐγκρατεύονται σέ ὅλα. Ἡ ἐγκράτεια τούς ὁπλίζει μέ δύναμη καί χάρη. Τούς περιβάλλει μέ φωτοστέφανο. Τά μάτια τους εἶναι λαμπερά, τά πρόσωπά τους φωτεινά. Οἱ κινήσεις τους καλοζυγισμένες, τά λόγια τους μετρημένα, οἱ συναναστροφές τους σωστές, ἡ ζωή τους συμμαζεμένη καί θεάρεστη.
Στήν θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου γίνεται ἡ ἑξῆς μνημόνευση τή στιγμή πού οἱ ψάλτες ψάλλουν τό «Ἄξιον ἐστί»: «Ἔτι προσφέρομέν Σοι τήν λογικήν ταύτην λατρείαν ὑπέρ τῶν προαναπαυσαμένων Πατέρων, Πατριαρχῶν, Προφητῶν, Ἀποστόλων, Κηρύκων, Ὁμολογητῶν, Μαρτύρων, Ἐγκατευτῶν».
Μακάρι κι ἐγώ, μακάρι κι ἐσεῖς νά ἀξιωθοῦμε νά λάβουμε τό στεφάνι τῆς ἐγκρατείας, διά τῶν πρεσβειῶν τῆς Παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί πάντων τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.

footer