AgiografikaAnagnosmata

Anakoinoseis

diahoristiko20
Top ploigisi
bottom ploigisi

Sevasmiotatos

bottom Eortologio

Dimiourgies

diahoristiko20

                                                     Ἰνδικτιών  ἤ Ἴνδικτος
15μήνας Σεπτέμβριος, σύμφωνα μέ τό Γρηγοριανό  ἡμερολόγιο, εἶναι ὁ ἔνατος μήνας τοῦ ἔτους,image101καί ὁ πρῶτος μήνας τοῦ Φθινοπώρου. Σύμφωνα μέ τό Ρω- μαϊκό ἡμερολόγιο, ἦταν ὁ 7ος μήνας.  
Ὁ λαός μας συνηθίζει νά λέει πώς: «Ἀπό Μάρτη Καλοκαίρι κι ἀπό Αὔγουστο Χειμώνας». Oἱ καιρικές, ὅμως, συνθῆκες πού ἐπικρατοῦν συνήθως τόν Σεπτέμβριο δέν μᾶς ἐπιτρέπουν νά τό πιστέψουμε! Γιατί, παρ᾽ ὅλο πού ὑποτίθεται ὅτι μέ τήν ἔλευση τοῦ Σεπτεμβρίου ἀρχίζει τό Φθι- νόπωρο, κάθε χρόνο φαίνεται ὅτι, ἀκόμη καί σέ ὅλη τήν διάρκεια τοῦ μήνα, τό Κα- λοκαίρι καλά κρατεῖ. Ὁ καιρός ὅμως σιγά- σιγά ἀρχίζει νά ἀλλάζει καί νά μᾶς προ- ετοιμάζει γιά τόν ἐπερχόμενο Χειμώνα. Στίς 22 Σεπτεμβρίου, ἄλλωστε, ξεκινάει ἐπίσημα καί τό Φθινόπωρο, μέ τήν ἄφιξη τοῦ Ἥλιου στό Φθινοπωρινό ἰσημερινό σημεῖο τῆς τροχιᾶς του (Φθινοπωρινή  ἰσημε- ρία).     
Στό Συναξάρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας ἀκούσαμε:
                                            Μὴν Σεπτέμβριος, ἔχων  ἡμέρας λ´.
                                                    Ἡ ἡμέρα ἔχει ὥρας ιβ´ καὶ ἡ νὺξ ὥρας ιβ´.
                                   Τῇ Α´ τοῦ αὐτοῦ μηνός, Ἀρχὴ τῆς,  Ἰνδίκτου, ἤτοι τοῦ νέου ἔτους.

Ἡ λέξη Ἰνδικτιών σημαίνει κατ᾽ ἀρχήν τόν προσδιορισμό τοῦ ἐτήσιου ποσοῦ πού ἔπρεπε νά καταβάλλουν οἱ Ρωμαῖοι πολίτες ὡς φόρο. Ἰνδικτιών ὀνομάστηκε τό σύνολο αὐτῶν τῶν 15ετών, πού κατέληξε νά εἶναι συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενο (ὅπως ἡ ἑβδομάδα ἤ ὁ μήνας), καί χρησιμοποιήθηκε ὡς τό δημοφιλέστερο σύστημα χρονολόγησης γιά τούς Βυζαντινούς, καί ἡ 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἡ ἀρχή τοῦ ἔτους τους.
Βέβαια, παλαιότερα κατά τή Ρωμαϊκή περίοδο ὑπῆρχαν ἄλλες ἀντίστοιχες ἡμερομηνίες, ὅπως ὁ Ἀπρίλιος ἤ ὁ Ὀκτώβριος. Κατά τούς μῆνες αὐτούς ξεκινοῦσαν ἀπό τή Ρώμη οἱ ἀξιωματοῦχοι γιά νά ἐγκατασταθοῦν στίς ἐπαρχίες τους καί νά ἀσκήσουν τό ἔργο τους, τό ὁποῖο εἶχε ἐτήσια διάρκεια.
Ἴνδικτος εἶναι ἕνας γενικώτερος τρόπος μέτρησης τοῦ χρόνου ἀνά 15ετίες μέ ἀφετηρία τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἤ γιά τήν ἀκρίβεια ἀπό τό 3 π.Χ..
Ἀρχικά ὑπῆρχε ἡ Αὐτοκρατορική Ἴνδικτος ἤ Καισαρική Ἰνδικτιώνα (δηλαδή, ἡ παλαιά Ρωμαϊκή), πού ἄρχιζε πιθανῶς τήν 25η Δεκεμβρίου. Ἀργότερα εἰσήχθη ἀπό τὀν Μέγα Κωνσταντίνο ἡ Κωνσταντινική ἤ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤ Ἑλληνική Ἰνδικτιώνα πού ἄρχισε ἐπίσημα τήν 1η Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 312 μ.Χ.. Ἐκτός  τῶν δύο  ὑπῆρξε καί ἡ Παπική Ἰνδικτιώνα, πού δεχόταν ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδικτιώνας τήν 25η Δεκεμβρίου ἤ τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 312 μ.Χ..  
Κατά τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, τήν ἀρχή τῆς Ἰνδικτιώνας εἰσήγαγε ὁ Αὔγουστος Καίσαρας, ὅταν διέταξε τήν γενική ἀπογραφή τῶν κατοίκων τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους καί τήν εἴσπραξη τῶν φόρων, κατά τήν πρώτη Σεπτεμβρίου.
Ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου (313 μ.Χ.) ἔγινε ἐπισήμως χρήση τῆς Ἰνδικτιώνας ὡς χρονολογίας καί ἀπό τότε ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι σήμερα γιορτάζει τήν 1η Σεπτεμβρίου ὡς ἀρχή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.
Ἀξίζει νά ποῦμε λίγα λόγια γιά τό πῶς ἡ 1η Σεπτεμβρίου καθορίστηκε ὡς ἀρχή τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους:
Στήν περιοχή τῆς Ἀνατολῆς τά περισσότερα ἡμερολόγια εἶχαν ὡς πρωτοχρονιά τήν 24η Σεπτεμβρίου, ἡμέρα τῆς Φθινοπωρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδή ὅμως ἡ 23 ἡμέρα ἦταν ἡ γενέθλια ἡμέρα τοῦ αὐτοκράτορα τῆς Ρώμης Ὀκταβιανοῦ, ἡ πρωτοχρονιά μετατέθηκε στίς 23 Σεπτεμβρίου, ἡ ὁποία καί καθορίστηκε ὡς ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, δηλαδή, τῆς περιόδου τοῦ ρωμαϊκοῦ διατάγματος γιά τόν φόρο πού ἴσχυε γιά 15 ἔτη. Ἔτσι Ἴνδικτος κατάντησε νά σημαίνει ἀργότερα τό ἔτος καί ἡ ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου, τήν Πρωτοχρονιά.
Αὐτή τήν Πρωτοχρονιά βρῆκε ἡ Ἐκκλησία καί τῆς ἔδωσε χριστιανικό περιεχόμενο, ἀφοῦ τοποθέτησε σ᾽ αὐτήν τήν ἑορτή τῆς συλλήψεως τοῦ τιμίου Προδρόμου, πού ἀποτελεῖ καί τό πρῶτο γεγονός τῆς Εὐαγγελικῆς Ἱστορίας.
Ἀργότερα, τό 462 μ.Χ.., γιά πρακτικούς λόγους καί γιά νά συμπίπτει ἡ πρώτη τοῦ ἔτους μέ τήν πρώτη τοῦ μηνός, ἡ Ἐκκλησιαστική πρωτοχρονιά μετατέθηκε τήν 1η Σεπτεμβρίου.
Τήν ἡμέρα αὐτή ἐτελεῖτο μία ἑορταστική Ἀκολουθία μέ θεία Λειτουργία πού εἶναι γνωστή ὡς «Ἀκολουθία τῆς Ἰνδίκτου». Ὁ Βυζαντινός αὐτοκράτορας καί οἱ ἄλλοι ἄρχοντες ξεκινοῦσαν πρωΐ-πρωΐ ἀπό τό «ἱερόν παλάτιον» καί πήγαιναν στόν Ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας, ὅπου παρακολουθοῦσαν τή θεία Λειτουργία, στήν ὁποία χοροστατοῦσε ὁ Πατριάρχης μέ ὅλη τήν ἀκολουθία του. Μετά τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας ὁ αὐτοκράτορας ἐπέστρεφε μέ πομπή στό παλάτι, ὅπου δεχόταν τίς εὐχές τῶν αὐλικῶν καί τῶν ἄλλων ἐπισήμων. Ἔξω ἀπό τό παλάτι ὁ λαός ζητω- κραύγαζε, καθώς οἱ αὐλικοί - σύμφωνα μέ τό ἔθιμοσκόρπιζαν στόν λαό χρυσά νομίσματα.
Διευκρινίζεται ὅτι ἡ πρωτοχρονιά τῆς 1ης Ἰανουαρίου ἔχει Ρωμαϊκή προέλευση καί ἦρθε στήν Ὀρθόδοξη Ἀνατολή κατά τά νεώτερα χρόνια.
Ἡ Ἐκκλησιαστική Ἀκολουθία γιά τό νέο ἔτος πού τελεῖται τήν 1η Σεπτεμβρίου, εἶναι μία Ἀκολουθία ἀπαράμιλλου κάλλους ὡς πρός τό ὑμνογραφικό ὑλικό.
Σήμερα ἡ 1η Σεπτεμβρίου ἑορτάζεται Ἐκκλησιαστικά ὡς ἀρχή τοῦ ἔτους καί στήν ὑμνολογία τῆς ἡμέρας ὑπάρχει πλῆθος σχετικῶν ἀναφορῶν.
Εἶναι μία ἡμερομηνία, ἡ ὁποία ἔχει πνευματικό χαρακτήρα μέ τήν ἔννοια ὅτι πολλοί ἀπό ἐμᾶς καθώς ἐπιστρέφουμε ἀπό τίς διακοπές καί ξεκινᾶμε τόν χειμερινό ἀγώνα ἀναπροσαρμόζουμε ἀνανεωμένοι, τούς πνευματικούς μας στόχους. Νέοι στόχοι, νέες προσπάθειες, νέα ὄρεξη, νέες ἐλπίδες.
Μάλιστα, γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ἡ προσπάθεια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου νά ἀναδείξει τήν ἡμέρα αὐτή ὡς τήν ἡμέρα τοῦ σεβασμοῦ στό περιβάλλον. Ἡ σχέση μας μέ τόν γύρω μας κόσμο δέν μπορεῖ παρά νά λαμβάνει πάντοτε μία πνευματική διάσταση: ἡ Κτίση εἶναι δημιούργημα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τον ἄνθρωπο.
Εὐθύνη καί ὑποχρέωσή μας νά σεβόμαστε τήν φύση, νά τήν προστατεύουμε καί νά τήν ἀξιοποιοῦμε, χωρίς νά τήν καταστρέφουμε.
Ὁ σεβασμός πρός τήν φύση εἶναι ἡ ξεκάθαρη στάση τῆς Ἐκκλησίας ἀπέναντι στό περιβάλλον. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ σεβασμός στό περιβάλλον δέν περιορίζεται σέ κάτι πού τό μαθαίνεις, ἀλλά εἶναι κάτι πού τό ζεῖς μέσα στά πλαίσια τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, τῆς προσπάθειας γιά τή θέωση.
Ἔτσι, αὐτή τήν ἡμέρα πού ἡ φύση ἑτοιμάζεται νά διατρέξει ἕνα νέο κύκλο ἐποχῶν, ἑορτάζουμε τό γεγονός, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰσῆλθε στήν Συναγωγή καί ἀνοίγοντας τό βιβλίο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα ἀνέγνωσε τό χωρίο, ὅπου ὁ Προφήτης ὁμιλεῖ ἐξ ὀνόματος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ᾽ ἐμέ, οὗ ἕνεκεν ἔχρισέ με, εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέ- σταλκέ με, κηρύξαι ἐνιαυτὸν (= ἔτος) Κυρίου δεκτόν». (Λουκ. 4,18)
Ὅλες οἱ Ἐκκλησίες, συναθροισμένες «ἐπὶ τὸ αὐτό», ἀναπέμπουν σήμερα δοξολογία πρός τόν ἕνα τρισυπόστατο Θεό, ὁ ὁποῖος διαμένει στήν αἰώνια μακαριότητα, διακρατεῖ τά πάντα στή ζωή καί στέλνει ἄφθονες τίς εὐλογίες του κάθε ἐποχή στά κτίσματά του. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστός ἀνοίγει τίς θύρες τοῦ νέου ἔτους καί μᾶς προσκαλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιά νά γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνιότητάς του.

footer