AgiografikaAnagnosmata

Anakoinoseis

diahoristiko20
Top ploigisi
bottom ploigisi

Sevasmiotatos

bottom Eortologio

Dimiourgies

diahoristiko20

15 Ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, γεννήθηκε τό ἔτος 949 μ.Χ. στή Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί εὔπορους, τόν Βασίλειο καί τήν Θεοφανώ. Ὁ θεῖος του Βασίλειος, ὁ ὁποῖος κατεῖχε ὑψηλή θέση στόν αὐτοκρατορικό οἶκο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, προσέλαβε νωρίς τόν ἀνεψιό του κοντά του, ὅπου, ὅπως ἦταν φυσικό, ἔτυχε καλῆς παιδείας. Ὅμως ὁ Ὅσιος δέν ἔδινε προσοχή καί δέν ἔδειχνε ἐνδιαφέρον γιά μάθηση.
Κατά τήν ἐποχή αὐτή ὁ Συμεών γνωρίστηκε μέ ἕναν μοναχό τῆς περιωνύμου μονῆς Στουδίου, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν, ἐπίσης, Συμεών. Ὁ μοναχός αὐτός ἔγινε ἀπό τήν ἀρχή ὁ πνευματικός του πατέρας. Ὅταν κατά τό ἔτος 963 μ.Χ. πέθανε ὁ θεῖος του, ὁ Συμεών προσῆλθε στή μονή τοῦ Στουδίου, ὅπου ζητοῦσε «τόν ἐκ νεότητος αὐτοῦ χρηματίσαντα πατέρα πνευματικόν καί διδάσκαλον». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅσιος Συμεών παρομοιάζει τόν θεῖο του μέ τόν Φαραώ, τή διαμονή του στόν αὐτοκρατορικό οἶκο μέ τήν αἰχμαλωσία τῶν Ἰσραηλιτῶν στήν Αἴγυπτο καί τόν πνευματικό του πατέρα μέ τόν Μωϋσῆ.
Κάποτε ὁ Γέροντάς του, τοῦ ἔδωσε ἕνα βιβλίο μέ τά συγγράμματα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἐρημίτου καί Διαδόχου Φωτικῆς. Ζωηρή ἐντύπωση τοῦ προξένησε τό ἀκόλουθο ἀπόφθεγμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἁγίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ, πού εἶχε τόν τίτλο «Περί Νόμου Πνευματικοῦ»:

«Ἐάν ζητᾶς ὠφέλεια, ἐπιμελήσου τή συνείδησή σου,
κάνε ὅσα σοῦ λέει καί θά εὕρεις τήν ὠφέλεια».

Ὁ Ὅσιος Συμεών ἦταν σάν νά ἄκουσε τό λόγο αὐτό ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ καί ἄρχισε ἀμέσως νά κάνει ὅτι τόν πρόσταζε ἡ συνείδησή του. Καί αὐτή, πού εἶναι κάτι θεϊκό, τόν παρακινοῦσε συνεχῶς στά ἀνώτερα, ἔτσι ὥστε αὔξησε τήν προσευχή καί τήν μελέτη του μέχρι τήν ὥρα πού ἄρχιζε νά λαλεῖ ὁ πετεινός, δηλαδή μέχρι τά χαράματα. Σέ αὐτό τόν βοηθοῦσε καί ἡ συνεχής νηστεία. Ἔτσι, ἀκόμα καί πρίν φύγει ἀπό τόν κόσμο, ζοῦσε σχεδόν ἀσώματο βίο. Δέν τοῦ χρειάστηκε λοιπόν πολύς καιρός, γιά νά ἐκδημήσει ἐντελῶς ἀπό τά ὁρώμενα καί νά εἰσδύσει στά ἀόρατα θεία θεάματα.
Κάποια νύχτα, λοιπόν, πού προσευχόταν καί μέ καθαρό νοῦ ἐπικοινωνοῦσε μέ τόν Θεό, εἶδε ξαφνικά νά λάμπει ἄπλετο φῶς ἀπό τούς οὐρανούς καί νά κατεβαίνει πρός αὐτόν. Φώτισε τά πάντα καί τά μετέβαλε σέ μία ὁλοκάθαρη ἡμέρα. Καθώς ἦταν καί ὁ ἴδιος τυλιγμένος ἀπό αὐτό τό φῶς, τοῦ φαινόταν σάν νά ἐξαφανίσθηκε ὁλόκληρη ἡ οἰκία μαζί μέ τό δωμάτιό του, ἐνῷ ὁ ἴδιος εἶχε ἁρπαγεῖ στόν ἀέρα, νιώθοντας σάν νά μήν εἶχε καθόλου σῶμα. Κατάπληκτος ἀπό τό μέγα τοῦτο μυστήριο κραύγαζε μέ μεγάλη φωνή τό «Κύριε, ἐλέησον». Καθώς βρισκόταν μέσα σέ αὐτό τό θεῖο φῶς, βλέπει στά ὕψη τοῦ οὐρανοῦ μία ὁλόφωτη νεφέλη, ἄμορφη καί ἀσχημάτιστη, γεμάτη ἀπό τήν ἄρρητη δόξα τοῦ Θεοῦ. Στά δεξιά της ἔστεκε ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεών ὁ Εὐλαβής. Ἔμεινε σέ αὐτή τήν ἐκστατική κατάσταση γιά πολύ, χωρίς νά αἰσθάνεται, καθώς βεβαίωνε ἀργότερα, ἐάν ἦταν μέσα στό σῶμα ἢ ἐκτός τοῦ σώματος. Ὅταν κάποτε ἐκεῖνο τό φῶς σιγά – σιγά ὑποχώρησε, ἦλθε στόν ἑαυτό του καί κατάλαβε πώς βρίσκεται μέσα στό δωμάτιο.
Μετά ἀπό αὐτή τή θεωρία, ὁ Ὅσιος Συμεών ἱκέτευε συνεχῶς τό Γέροντά του νά τόν κείρει μοναχό.
Ἀλλά ὁ πνευματικός του πατέρας τόν ἀναχαίτισε, ἐπειδή ἦταν νέος στήν ἡλικία καί ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε στήν οἰκία τοῦ θείου του, ὅπου ἄρχισε μέ ἐπιμέλεια νά μελετᾶ. Βαθιά ἐντύπωση ἀπεκόμισε ἀπό τά ἔργα τῶν Ἁγίων Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ καί Διαδόχου Φωτικῆς, τά ὁποία ἔλαβε ἀπό τά χέρια τοῦ πνευματικοῦ του.
Κατά τό ἔτος 970 μ.Χ. ὁ Συμεών ἐπισκέφθηκε τούς γονεῖς του καί τούς ἀνακοίνωσε τήν κλίση του γιά τόν μοναχικό βίο. Μάταια ἐκεῖνοι προσπάθησαν νά μεταβάλλουν τήν ἀπόφαση τοῦ μονάκριβου υἱοῦ τους. Ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμεών ἦταν σταθερή. Ἀρνήθηκε ἐγγράφως τήν πατρική περιουσία πού τοῦ ἀνῆκε καί κατέφυγε στή μονή τοῦ Στουδίου. Λίγο ἀργότερα μεταβαίνει στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὑπό τόν ἡγούμενο Ἀντώνιο, πού βρισκόταν κοντά στή μονή τοῦ Στουδίου. Μετά ἀπό μία διετία ἐκάρη ἐδῶ μοναχός, γιά νά φωτίζει ὅλους τούς πιστούς μέ τό φῶς τῆς γνώσεως, πού φώτιζε τόν ἑαυτό του. Ὅταν μετά ἀπό λίγο πέθανε ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς, ὁ Ὅσιος Συμεών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί μέ τήν εὐλογία τοῦ Πατριάρχη Νικολάου τοῦ Χρυσοβέργη (984 – 995 μ.Χ.) καί τήν ἔγκριση τῶν μοναχῶν τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, ἔγινε ἡγούμενος τῆς μονῆς.

Ὡς ἡγούμενος ὁ Ὅσιος ἔπρεπε νά ἀντιμετωπίσει πολλές δυσάρεστες καταστάσεις. Ὄχι μόνο τήν κατεστραμμένη μονή, ἀλλά πρό πάντων τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο. Ἡ μονή παρομοιαζόταν μέ κατάλυμα κοσμικῶν καί νεκρῶν σωμάτων. Καί ἡ μέν μονή ὡς οἰκοδόμημα κατελαμπρύνθηκε, ἡ πνευματική ὅμως συγκρότηση τῶν μοναχῶν ἀπαιτοῦσε πολλές ἀνυπέρβλητες προσπάθειες. Ἡ διδασκαλία του συνάντησε τήν μεγάλη ἀδιαφορία ὁρισμένης ὁμάδας μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν στό σημεῖο, κατά τήν διάρκεια μία πρωϊνῆς κατηχήσεως, νά ἐπιτεθοῦν κατά τοῦ Γέροντός τους. Κατά τήν ὥρα τῆς ἐπιθέσεως ὁ Ὅσιος, «τάς χεῖρας δεσμεύσας πρός ἑαυτόν καί εἰς οὐρανόν ἄρας αὐτοῦ τήν διάνοιαν, ἐπί χώρας ἄσειστος ἔστη, ὑπομειδιῶν καί φαιδρόν ἀτενίζων πρός τούς ἀλάστορας».
Αὐτό ἦταν ἀρκετό νά ἀφοπλίσει τελείως τούς τριάντα ἐκείνους μοναχούς, οἱ ὁποῖοι ἐπέδειξαν αὐτή τήν συμπεριφορά. Ὁ Πατριάρχης Σισίννιος ὁ Β’ (996 – 998 μ.Χ.) πρός τόν ὁποῖον κατέφυγαν ἀμέσως, γιά νά δικαιωθοῦν προφανῶς ἀπό αὐτόν, ἐξεπλάγη ἀπό τήν μανία καί τόν φθόνο τῶν ἀσύνετων μοναχῶν καί διέταξε νά ἐξορισθοῦν. Ὅμως ὁ Ὅσιος Συμεών παρακάλεσε θερμῶς τόν Πατριάρχη νά τούς συγχωρέσει.
Ὁ Ὅσιος, παρά τά πολλά καθήκοντά του στή μονή, εὕρισκε καιρό νά γράφει «τῶν θείων ὕμνων τούς ἔρωτες», τούς «λόγους τῶν ἐξηγήσεων», τούς «κατηχητικούς λόγους», τά «Πρακτικά, Γνωστικά καί Θεολογικά Κεφάλαια».
Δυσάρεστα ζητήματα ἐναντίον τοῦ Ὁσίου δημιούργησε ὁ σύγκελλος τοῦ Πατριάρχη, Μητροπολίτης Νικομήδειας Στέφανος. Ἀφορμή γι’ αὐτό ἦταν ἡ ἀγαθή φήμη τοῦ Ὁσίου. Ἐπειδή ὁ σύγκελλος δέν μποροῦσε νά βρεῖ στόν βίο τοῦ Ὁσίου κάποια κατηγορία, στράφηκε πρός τό πρόσωπο τοῦ κοιμηθέντος ἤδη Γέροντός του. Ἡ κατηγορία τοῦ σύγκελλου ἦταν ὅτι ὁ Ὅσιος ὑμνοῦσε τόν πνευματικό του πατέρα ὡς Ἅγιο. Τελικά ἔπεισε τήν Σύνοδο νά διερευνήσει τό ζήτημα. Καί μετά τήν διαδικασία αὐτή, ὅλοι ἀναγνώρισαν, ἐκτός τοῦ σύγκελλου, τό δίκαιο τοῦ Συμεών. Τότε ὁ σύγκελλος συνεργάστηκε μέ μοναχούς πού ἐχθρεύονταν τόν Ὅσιο καί ἔκλεψε ἀπό τή μονή τήν εἰκόνα ἐπί τῆς ὁποίας εἶχε ἁγιογραφηθεῖ ὁ πνευματικός πατέρας τοῦ Ὁσίου μαζί μέ τόν Χριστό καί ἄλλους Ἁγίους. Ὁ Ὅσιος διατάχθηκε νά προσέλθει στή Σύνοδο, γιά νά ἀπολογηθεῖ. Καί πάλι βρέθηκε ἀθῶος.
Ὁ Ὅσιος παρέμεινε ἐπί εἴκοσι πέντε χρόνια ὡς ἡγούμενος καί τό ἔτος 1005 ἀποσύρθηκε σέ ἡσυχαστήριο στό ἀντίπερα ἐρημόκαστρο τῆς Χρυσουπόλεως, πού ἐκαλεῖτο Παλουκητόν καί ἡσύχαζε στή μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Στήν ἡγουμενία τόν διαδέχθηκε ὁ μαθητής του Ἀρσένιος. Κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1022.
Ἡ Σύναξη αὐτοῦ ἐτελεῖτο στή μονή τοῦ Στουδίου, στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος καί στή μονή τῆς Ἁγίας Μαρίνας.
Ὁ Ὅσιος Συμεών ἐδίδασκε ὅτι ἡ πρός Θεόν εἰλικρινής ἀγάπη καί ἡ μετάνοια ἦσαν ἀσφαλεῖς ὁδοί πρός τή θέωση. Ἡ τριαδολογική βάση τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπολήγει ἱστορικά στά χριστολογικά πλαίσια τῆς σωτηρίας καί τῆς λυτρώσεως, μέ σαφεῖς ἐκκλησιολογικές ἀλλά καί ἐσχατολογικές προεκτάσεις πρός τήν ὁλοκλήρωση καί πλήρωση τῆς τελειώσεώς του. Τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος ἀποκαθαίρει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, διαστέλει «τόν μέτοχον αὐτοῦ» ἀπό τόν κόσμο τοῦ σκότους καί τῆς πτώσεως καί δημιουργεῖ τίς προϋποθέσεις, ὥστε οἱ πιστοί ἀπό τώρα νά ἀρχίσουν νά γεύονται τή μέλλουσα δόξα τους. Γράφει χαρακτηριστικά ὁ Ὅσιος Συμεών: «Τό φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος φαῖνον ἐν καθαρᾷ καρδία παντός ἀφιστᾷ τοῦ κόσμου καί τόν μέτοχον αὐτοῦ ἀπ’ ἐντεῦθεν ἤδη ἐμφορεῖσθαι περί τῆς μελλούσης δόξης». Ἐδώ ἡ θέωση σχετίζεται ἄμεσα μέ τό ἱστορικό καί ἐσχατολογικό ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ἀφοῦ τελικός σκοπός εἶναι ἡ σωτηρία καί ἡ δοξοποίηση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτοῦ τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου «ἀπαρχή», «μεσότης» καί «τελειότης» εἶναι ὁ Χριστός.
Ἡ τελείωση καί ἡ θέωση ὁλοκληρώνεται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρει σχετικά ὁ Ὅσιος ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Βασιλεία καί ἡ Ἐδέμ. «Σύ βασιλεία οὐρανῶν, σύ γῆ, Χριστέ, πραέων, σύ χλόης παράδεισος, σύ ὁ νυμφών ὁ θεῖος».
Γιά τή θεολογική του κατάρτιση καί δεινότητα, ὁ Ὅσιος Συμεών ὀνομάσθηκε Νέος Θεολόγος, «ὁ Θεολόγος τοῦ φωτός» ἢ «ὁ Ἅγιος τοῦ φωτός». Κατά τίς πνευματικές ἀναβάσεις τοῦ Ἁγίου, ἐπιδιδόμενος στήν ἡσυχία, ἐλευθερωνόταν ἀπό τήν ὕλη, ἡ γλῶσσα του γινόταν γλῶσσα πυρός, συνέθετε καί θεολογοῦσε θείους ὕμνους, γινόταν ὁλόκληρος πῦρ, ὁλόκληρος φῶς καί θεωνόταν κατά χάριν. Ἄλλοτε, μαρτυρεῖται ὅτι βρισκόταν ἐπάνω στή γῆ καί ἔχοντας τά χέρια ὑψωμένα καί προσευχόμενος, ἦταν «ὅλος φωτός καί ὅλος λαμπρότητος».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx


Ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος - Κατηχητικός Λόγος ΚΖ´:

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς καί Θεός μας χωρίς νά φταίει σέ τίποτε ραπίσθηκε, ὥστε οἱ ἁμαρτωλοί πού θά τόν μιμηθοῦν, ὄχι μόνον νά λάβουν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, ἀλλά καί νά γίνουν συγκοινωνοί στή θεότητά του μέ τήν ὑπακοή τους (...).
Ἐκεῖνος ἦταν Θεός κι ἔγινε γιά μᾶς ἄνθρωπος. Ραπίσθηκε, φτύσθηκε καί σταυρώθηκε, καί μέ ὅσα ἔπαθε ὁ ἀπαθής κατά τή θεότητα εἶναι σάν νά μᾶς διδάσκει καί νά λέει στόν καθένα μας:
«Ἂν θέλεις, ἄνθρωπε, νά γίνεις Θεός, νά κερδίσεις τήν αἰώνια ζωή καί νά ζήσεις μαζί μου, πράγμα πού ὁ προπάτοράς σου, ἐπειδή τό ἐπεδίωξε μέ κακό τρόπο, δέν τό πέτυχε, ταπεινώσου, καθώς ταπεινώθηκα κι ἐγώ γιά σένα- ἀπόφυγε τήν ἀλαζονεία καί τήν ὑπερηφάνεια τοῦ δαιμονικοῦ φρονήματος, δέξου ραπίσματα, φτυσίματα, κολαφίσματα, ὑπόμεινέ τα μέχρι θανάτου καί μήν ντραπεῖς.
»Ἂν ὅμως ἐσύ ντραπεῖς νά πάθεις κάτι χάρη τῶν ἐντολῶν μου, καθώς ἐγώ ὁ Θεός ἔπαθα γιά σένα, θά θεωρήσω κι ἐγώ ντροπή μου τό νά εἶσαι μαζί μου κατά τήν ἔνδοξη ἔλευσή μου καί θά πῶ στούς ἀγγέλους μου:
»Αὐτός κατά τήν ταπείνωσή μου ντράπηκε νά μέ ὁμολογήσει καί δέν καταδέχθηκε νά ἐγκαταλείψει τόν κόσμο καί νά γίνει ὅμοιός μου. Τώρα λοιπόν πού ἀπογυμνώθηκε ἀπό τή φθαρτή δόξα τοῦ Πατέρα μου, θεωρῶ ντροπή μου ἀκόμη καί νά τόν βλέπω. Πετάξτε τον λοιπόν ἔξω: ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μή ἴδῃ τήν δόξαν Κυρίου (Ἡσ. 26,10) (=διῶξτε τόν ἀσεβῆ γιά νά μή δεῖ τή δόξα τοῦ Κυρίου)». (...).
Φρίξετε, ἄνθρωποι, καί τρομάξετε, καί ὑπομείνετε μέ χαρά τίς ὕβρεις πού ὁ Θεός ὑπέμεινε γιά τή σωτηρία μας... Ὁ Θεός ραπίζεται ἀπό ἕναν τιποτένιο δοῦλο... καί σύ δέν καταδέχεσαι νά τό πάθεις αὐτό ἀπό τόν ὁμοιοπαθῆ σου ἄνθρωπο; Ντρέπεσαι νά γίνεις μιμητής τοῦ Θεοῦ; καί πῶς θά συμβασιλεύσεις μ᾿ αὐτόν καί θά συνδοξασθεῖς στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἂν δέν ὑπομείνεις τόν ἀδελφό σου; Ἂν κι ἐκεῖνος δέν καταδεχόταν νά γίνει ἄνθρωπος γιά σένα καί σ᾿ ἄφηνε νά κείτεσαι μέχρι τώρα στήν πτώση τῆς παραβάσεως, δέν θά βρισκόσουν τώρα στόν πυθμένα τοῦ Ἅδη, ἄθλιε, μέ τούς ἄπιστους καί τούς ἀσεβεῖς;
Ἀλλά τί θά ποῦμε πρός αὐτούς πού δῆθεν ἐγκατέλειψαν τά πάντα κι ἔγιναν φτωχοί γιά τήν βασιλεία τῶν οὐρανῶν;
Ἀδελφέ, φτώχυνες καί μιμήθηκες τό Δεσπότη Χριστό καί Θεό σου. Βλέπεις λοιπόν ὅτι τώρα ζεῖ καί συναναστρέφεται μαζί σου, αὐτός πού βρίσκεται ὑπεράνω ὅλων τῶν οὐρανῶν. Νά, βαδίζετε τώρα οἱ δυό μαζί - κάποιος σᾶς συναντάει στό δρόμο τῆς ζωῆς, δίνει ράπισμα στόν Δεσπότη σου, δίνει καί σέ σένα. Ὁ Δεσπότης δέν ἀντιλέγει καί σύ ἀντεπιτίθεσαι; «Ναί», λέει, «γιατί εἶπε σέ κεῖνον πού τόν ράπισε: εἰ κακῶς ἐλάλησα, μαρτύρησον περί τοῦ κακοῦ - εἰ δέ καλῶς, τί μέ δέρεις; (Ἰω. 18,23). (=Ἂν εἶπα κάτι κακό, πές ποιό ἦταν - ἂν ὅμως μίλησα σωστά, γιατί μέ χτυπᾶς;)».
Αὐτό ὅμως δέν τό εἶπε ἀντιμιλώντας, ὅπως φαντάστηκες, ἀλλά ἐπειδή ἐκεῖνος ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ (=δέν ἔκανε ἁμαρτία, οὔτε βρέθηκε δόλος στό στόμα του).
Καί γιά νά μή νομισθεῖ, ὅτι, ἐπειδή τάχα ἁμάρτησε, δίκαια τόν χτύπησε ὁ δοῦλος λέγοντάς του: οὕτως ἀποκρίνει τῷ ἀρχιερεῖ; (Ἰω. 18,22)- (=ἔτσι ἀποκρίνεσαι στόν ἀρχιερέα;), γιά νά ἀποδείξει λοιπόν ἀνεύθυνο τόν ἑαυτό του, εἶπε τόν παραπάνω λόγο. Δέν εἴμαστε ὅμως ὅμοιοί του ἐμεῖς οἱ ὑπεύθυνοι γιά πολλές ἁμαρτίες.
Ἔπειτα, μολονότι ὑπέμεινε πολύ χειρότερα ἀπ᾿ αὐτό, δέν μίλησε καθόλου, ἀλλά μᾶλλον προσευχήθηκε γιά τούς σταυρωτές του.
Ἐκεῖνος, ἂν καί τόν περιέπαιζαν, δέν ἀγανακτοῦσε, καί σύ γογγύζεις;
Ἐκεῖνος ἀνέχεται φτυσίματα, κολαφίσματα καί φραγγελώσεις, καί σύ δέν ἀνέχεσαι οὔτε ἕνα σκληρό λόγο;
Ἐκεῖνος δέχεται σταυρό καί τήν ὀδύνη τῶν καρφιῶν κι ἀτιμωτικό θάνατο, καί σύ δέν καταδέχεσαι νά ἐκτελέσεις τά ταπεινά διακονήματα;
Πῶς λοιπόν θά γίνεις συγκοινωνός στή δόξα, ἀφοῦ δέν καταδέχεσαι νά γίνεις συγκοινωνός στόν ἀτιμωτικό του θάνατο; Μάταια στ᾿ ἀλήθεια ἐγκατέλειψες τόν πλοῦτο (...), ἀφοῦ δέν δέχθηκες νά σηκώσεις τόν σταυρό, δηλ. νά ὑπομείνεις πρόθυμα τήν ἐπίθεση ὅλων τῶν πειρασμῶν - ἔτσι ἀπόμεινες μόνος στόν δρόμο τῆς ζωῆς καί χωρίσθηκες δυστυχῶς ἀπό τόν γλυκύτατο Δεσπότη καί Θεό σου!

(ἀπό τό βιβλίο «Σταυροαναστάσιμα», ἔκδοσις Ἱ.Μ. Ἁγίου Συμεών Νέου Θεολόγου, Τ.Κ. 19014 - Κάλαμος Ἀττικῆς)

 

Ακολουθία Θείας Μεταλήψεως, ζ΄ ευχή, Συμεών Νέου Θεολόγου:

«Οίδα, Σώτερ, ότι άλλος ως εγώ ουκ έπταισέ σοι,
ουδέ έπραξε τας πράξεις ας εγώ κατειργασάμην.
Αλλά, τούτο πάλιν οίδα, ως ου μέγεθος πταισμάτων, ουχ αμαρτημάτων πλήθος,
υπερβαίνει του Θεού μου την πολλήν μακροθυμίαν και φιλανθρωπίαν άκραν.
Ου λανθάνει σε, Θεέ μου, ποιητά μου, λυτρωτά μου,
ουδέ σταλαγμός δακρύων, ουδέ σταλαγμού τι μέρος.
Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί σου,
επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γραμμένα σοι τυγχάνει.
Ίδε την ταπείνωσίν μου, ίδε μου τον κόπον, όσος!
Και τας αμαρτίας πάσας άφες μοι, Θεέ των όλων…»


«(τον καιρό της βαρειάς ασθένειας) …Αυτήν την προσευχή επαναλάμβανα συνεχώς με λαχτάρα, για να φύγω μ’ αυτούς τους λογισμούς. Όσο την επαναλάμβανα, τόσο από κει πάνω εμφανιζόταν η παρηγοριά μου… Δεν φοβόμουνα το θάνατο. Στον Χριστό θα πήγαινα. Όπως σας είπα, έλεγα συνεχώς αυτή την προσευχή του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, αλλά όχι με ιδιοτέλεια, όχι για να μου δώσει την υγεία μου. Την αισθανόμουνα μία μία λέξη.»


(Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου, «Βίος και Λόγοι»).

footer


Δημιουργία ιστοτόπου ΑΔΑΜ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ